- νουνεχή
- aklı yerinde, tedbirli
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
νουνεχῆ — νουνεχής with understanding neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) νουνεχής with understanding masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) νουνεχής with understanding masc/fem acc sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)